Translate

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

ΣΕΙΡΙΟΣ - ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ - ΝΕΚΥΙΑ

ΟΔΥΣΣΕΙΑ - ΡΑΨΩΔΙΑ λ - Νέκυια

ΥΠΑΡΞΙΣ=Υ+ΠΡΑΞΙΣ
Η ύπαρξις της ζωής καθορίζεται απο τις πράξεις της ψυχής , η οποία ειναι
ελεύθερη να επιλέξει μεταξύ της αρετής και της κακίας, ως σχήμα Υ.
 Θύμα ή Θύτης
Το Θείον δεν συμμετέχει στήν επιλογή της ψυχής και ως εκ τούτου δεν έχει
ουδεμία ευθύνη. Η τελείωση και η κάθαρση ειναι προσωπική υπόθεση .
Ειναι βίωμα ...

στ΄ 109-113 ΟΔΥΣΣΕΙΑ – στο ΑΝΤΡΟ ΤΩΝ ΝΥΜΦΩΝ

Βρίσκονται και δύο πόρτες,
που η μία τους βλέπει στον Βοριά και την περνούν οι άνθρωποι ,
ενώ η άλλη η θεϊκιά κοιτάει κατά τον Νότο ,
απο αυτήν όμως δεν μπαίνουν οι θνητοί ,
παρά είναι των αθανάτων το διάβα .

Στην ελληνική μυθολογία η Κίρκη ήταν δευτερεύουσα θεότητα, κατ' άλλους μάγισσα ή νύμφη. Πατέρας της ήταν ο θεός Ήλιος και μητέρα της η Πέρση, μία από τις Ωκεανίδες. Η Κίρκη ήταν αδελφή του Αιήτη και της Πασιφάης  και Θεία της Μήδειας . Στην Αργοναυτική εκστρατεία είχε διακριτικό ρόλο αλλά στην Οδύσσεια ρόλο κλειδί . Κατείχε τα κλειδιά του διαύλου της Στύγας για τον Σείριο και τα Ηλύσια πεδία. Για να πάρει όμως τα κλειδιά ο Οδυσσέας έπρεπε να επιστρατευτεί ο Ερως. Το  ενεργητικό Εγώ να συμφιλιωθεί με το παθητικό Εσύ και να αντιστραφούν οι ρόλοι. Δηλαδή η Κίρκη να βρεθεί στο παθητικό Εσύ και να υποκύψει ως γυναίκα. Δηλαδή να αφήσει τον εαυτο της να την κυριεύσει ο Ερως . Σε αυτό βοήθησε ο Ερμής , ο αγγελιαφόρος του Σείριου , ο σύνδεσμος θνητών και αθανάτων , ο οποίος και συμβούλευσε αναλόγως τον Οδυσσέα.
Κίρκη σημαίνει ΄΄γεράκι΄΄ - ΄΄ιέραξ΄΄ και είχε υπο την εποπτεία της ένα νεκροταφείο κοντά στην Κολχίδα,φυτεμένο με ιτιές,αφιερωμένο στην Εκάτη. Το γεράκι μας θυμίζει το Αιγυπτιακό συμβολικό γεράκι του Ωρου,που σήμαινε την ανάσταση των νεκρών.Στην Αίγυπτο υπήρχε η λατρεία των γερακιών. Η καρδιά τους τρώγεται για να χαρίσει μαντικές ικανότητες.
Η Κίρκη ζούσε στο νησί στο οποίο ήταν βασίλισσα, την Αιαία, και μεταμόρφωνε τους εχθρούς της ή όσους την προσέβαλαν σε ζώα με τη χρήση μαγικών ποτών, καθώς γνώριζε πολλά για τα βότανα και τη φαρμακευτική τους επίδραση. Στο νησί της συνάντησε τον θάνατο ο Ωρίωνας . Ο αστερισμός Ωρίωνας ταυτίζεται με τον -Σαχ - Οσιρι ,σύζυγο της Ισιδας ,δηλαδή τον Σείριο , όπου πήγαιναν και οι ψυχές μετά τον θάνατο , κατά τους Αιγυπτίους.

Η Κίρκη είναι περισσότερο γνωστή από την Οδύσσεια του Ομήρου, όπου περιγράφεται να ζει σε ένα μέγαρο στη μέση ενός ξέφωτου, σε ένα πυκνό δάσος, και να υφαίνει σε ένα τεράστιο αργαλειό. Σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Οδυσσέα, τριγύρω υπήρχαν λιοντάρια και λύκοι, φαρμακωμένα θύματα της μαγείας της, που δεν ήταν επικίνδυνα για όσους επισκέπτονταν το μέρος. Εκεί έφθασαν ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του κατά την περιπλάνησή τους. Τους πρώτους από αυτούς που την επισκέφθηκαν, η Κίρκη προσκάλεσε σε γεύμα με φαγητά στα οποία είχε ρίξει κάποιο από τα μαγικά της φίλτρα. Μετά το φαγητό, τους άγγιξε με το μαγικό της ραβδάκι και τους μεταμόρφωσε σε χοίρους. Μόνο ο Ευρύλοχος, που την υποψιάσθηκε από την αρχή, γλίτωσε και ειδοποίησε τον Οδυσσέα και τους άλλους που είχαν μείνει στα πλοία τους. Ο Οδυσσέας ξεκίνησε να σώσει τα θύματα της Κίρκης. Στον δρόμο τον πρόλαβε ο Ερμής και του είπε να προμηθευθεί το βοτάνι μώλυ για να μην έχει την ίδια τύχη. Έτσι και έγινε. Αφού τα μαγικά της Κίρκης απέτυχαν, η μάγισσα εξεπλάγη τόσο ώστε να ερωτευθεί τον Οδυσσέα και να συμφωνήσει να ξαναδώσει στους συντρόφους του την ανθρώπινη μορφή. Στη συνέχεια ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του παρέμειναν στο νησί της επί ένα έτος και μετά τους έδωσε οδηγίες πώς να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, περιγράφοντάς τους δύο διαφορετικές πορείες.

Η Νέκυια είναι η Ραψωδία λ της Οδύσσειας, ίσως του τελειότερου και συγκλονιστικότερου κειμένου που έχει γραφτεί ποτέ από καταβολής της ανθρωπότητας.
 Ο Οδυσσέας λαμβάνει την "εντολή" από την Κίρκη να κατέβει στον Άδη, για να λάβει χρησμό από τον Θηβαίο μάντη Τειρεσία προκειμένου να μάθει από που πρέπει να περάσει για να γυρίσει στην Ιθάκη. Ποιά Ιθάκη  , όμως ;
Ο θαλασσόλυκος  Οδυσσέας ήταν δυνατόν να είχε χαθεί στην θάλασσα ή στον Αχέρoντα ποταμό , στα σύνορα της επικράτειας του ;
Νόστος για την πατρίδα , σίγουρα .
Αλλά ποιά πατρίδα ; την γήινη του σώματος; ή την ουράνια πατρίδα της ψυχής ;

Όταν ο Οδυσσέας ανακοίνωσε στους συντρόφους του ότι έπρεπε να πάνε στον Άδη, αυτοί απελπίστηκαν:
Ατ επα, κα στ λόγια μου ραγίστηκε καρδιά τους·
κα κάθισαν κα κλαίγανε, μαδώντας τ μαλλιά τους,
μ τί φελος τος φερνε τ τόσο μοιρολόγι;
Σν ρθαμε στ' κρόγιαλο κα στ γοργ καράβι,
βαριοθλιμμένοι, κα πικρ χύνοντας δάκρυα κόμα
(κ 565-569)
Το πρώτο ενδιαφέρον σημείο είναι ότι ενώ ο Οδυσσέας απορεί, τι όφελος θα έφερνε το τόσο μοιρολόι, η αντίδραση των συντρόφων του δεν ήταν διαφορετική από τη δική του ευθύς ως άκουσε την Κίρκη να του εξηγεί τα καθέκαστα:
Ατ σν επε, μένανε ραγίστηκε καρδιά μου·
κα στ κλινάρι κάθισα κα τό 'ριξα στ κλάμα,
κα μήτε ζω μήτε λιου φς δν θελε ψυχή μου,
Μ σ χαμοκυλίστηκα κα χόρτασα τ κλάμα,
πάλε τς ξαναμίλησα κα ρώτηξά την κι επα·
(κ 495-499)
Αν και το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει είναι ελάχιστο, ο Οδυσσέας παρουσιάζεται πιο συνειδητοποιημένος, γεγονός που μας ωθεί στο συμπέρασμα ότι ήδη είχε σκεφτεί και επεξεργαστεί πως η λύση που του προσέφερε η Κίρκη ήταν η μοναδική που υπήρχε προκειμένου να καταφέρει να επιστρέψει στην Ιθάκη. Στην Ιθάκη, η οποία φυσικά δεν είναι ένα απλό νησί. Η Ιθάκη είναι ένας προορισμός. Είναι η τελείωση. Η ολοκλήρωση. Ο Σείριος ...
 Ο Οδυσσέας μόλις προσφέρει τα σφαχτά βλέπει να έρχονται διάφοροι νεκροί οι οποίοι επιθυμούσαν να πιουν.  Σταδιακά καταρρέει όταν βλέπει φίλιούς του ανθρώπους, με αποκορύφωμα την ασύλληπτα τραγική σκηνή με την μάνα του, της οποίας τον θάνατο αγνοούσε και φυσικά δεν διαννοήθηκε ν'αφήσει την μάνα του να πιει αίμα .Αυτό που πρακτικά ο Οδυσσέας δεν είχε καταλάβει έως τότε ήταν ότι η Κάθαρσή του είχε ήδη ξεκινήσει από την στιγμή που συνειδητοποίησε την εντολή της Κίρκης.

Όταν γεύτηκε το αίμα ο Τειρεσίας εξιστόρησε τα μελλούμενα στον Οδυσσέα, και ο δρόμος δεν ήταν εύκολος. Ο Οδυσσέας έλαβε την επίγνωση ότι οι σύντροφοί του θα πέθαιναν, ότι θα έχανε το πλοίο του, ότι θα έβρισκε το παλάτι του ρημαγμένο. Το συγκλονιστικό εδώ είναι ότι ενώ ο Τειρεσίας διαβεβαίωσε τον Οδυσσέα ότι όποιος νεκρός περάσει δίχως να πιει αίμα φεύγει οριστικά, η μάνα του Οδυσσέα -ίσως αναγνωρίζοντας το αίμα της- πέρασε αλλά δεν απομακρύνθηκε. Και ήπιε. Τα λόγια της αν και πιο καθησυχαστικά, ουσιαστικά επιβάρυναν περαιτέρω την σκέψη του Οδυσσέα, ο οποίος τελικώς αν και έμαθε αυτά που ρώτησε:
Αὐτά εἰπε, κι ἐγὼ τό 'θελα κι ἀνάδευα στὸ νοῦ μου
νὰ τὴν ἀδράξω τὴν ψυχὴ τῆς πεθαμένης μάνας.
Τρεῖς φορὲς χύθηκα μὲ ὁρμὴ ν' ἀδράξω την ποθώντας,
καὶ τρεῖς φορὲς μὲ ξέφυγε σὰν ὄνειρο, σὰν ἴσκιος·
καὶ μὲς στὰ σπλάχνα μου ἔκανε πιὸ κοφτερὸ τὸν πόνο,
(λ 204-208)
Εξίσου συγκλονιστική είναι η αντάμωση με τον Αχιλλέα:
Κι αὐτὸς μοῦ ἀπολογήθηκε· “Περίλαμπρε Ὀδυσσέα,
τὸ θάνατο μὴ μοῦ ζητᾶς μὲ λόγια νὰ γλυκάνης.
Κάλλιο στὴ γῆς νὰ βρίσκομουν, κι ἂς δούλευα σὲ ἀνθρώπου
μικροῦ, μὲ δίχως βιὸς πολύ, παρὰ στὸν Ἅδη νὰ εἶμαι,
καὶ βασιλέας νὰ λέγουμαι τῶν πεθαμένων ὅλων.
(λ 487-491)
Νομίζω ότι η αντάμωση με τον Αχιλλέα έχει ένα τεράστιο συμβολισμό. Μέχρι την αντάμωση με τον Αχιλλέα, ο Οδυσσέας ψυχολογικά χειροτέρευε. Μετά την αντάμωση με τον Αχιλλέα, ξεκινάει η επάνοδος.
Ο Αχιλλέας είναι ο πρώτος που διαμαρτύρεται όχι επειδή πέθανε, αλλά επειδή δεν ζει, υπενθυμίζοντας στον Οδυσσέα ότι το καλό βρίσκεται "επάνω" και ο δρόμος του για να το επιτύχει είναι μακρύς και δύσκολος . Ο Αχιλλέας ρωτάει να μάθει νέα για τον πατέρα του τον Πηλέα . Ο κάτω και ο επάνω κόσμος δεν επικοινωνούν. Ειναι κόσμοι παράλληλοι.

 Έχοντας ήδη ξεκινήσει τον δρόμο της Κάθαρσης, μετανοιώνει μόλις αντικρύζει τον Αίαντα, σε σημείο που να παραδεχθεί:
Μακάρι νὰ μὴν κέρδιζα, τότες, τέτοιο βραβεῖο,
τὶ ἐκεῖνα τ' ἄρματα ἔχωσαν στὴ γῆς τέτοιο λεβέντη,
τὸν Αἴαντα, ποὺ σ' ὀμορφιὰ καὶ σ' ἔργα ξεπερνοῦσε
τοὺς ἄλλους Δαναούς, ἐξὸν τὸ δοξαστὸ Ἀχιλλέα.
Σ' ἐκεῖνον τότες δυὸ γλυκὰ γύρισα κι εἶπα λόγια·
“Αἴαντα, τοῦ μεγάλου γιὲ τοῦ Τελαμώνα, ἀλήθεια,
μήτε νεκρὸς δὲ μοῦ ἔμελλες τὸ χόλιασμα ν' ἀφήσης
γιὰ τ' ἄρματα ποὺ κέρδισα, τ' ἀναθεματισμένα ;
Γιὰ τὸ κακὸ τῶν Ἀργιτῶν οἱ θεοὶ τὰ κάμαν ὅλα,
καὶ τέτοιον πύργο χάσαμε· κι ὅλοι θρηνοῦμε τώρα
οἱ Δαναοὶ κι ἐσένανε μὲ τοῦ Πηλέα τὸ γόνο·
μὰ ἄλλος δὲν εἶναι ἀφορμὴ παρὰ ὁ Δίας μονάχος,
ποὺ φοβερὰ τῶ Δαναῶν τ' ἀρματωμένα ἀσκέρια
ὀχτρεύτηκε, καὶ σοῦ ὅρισε τὴ μοῖρα τοῦ θανάτου.
Μὰ ἔλα, ἀφέντη, κι ἄκουσε τὰ λόγια ποὺ σοῦ κρένω,

καὶ δάμασε τὴ μάνητα τῆς ἡρωϊκιᾶς ψυχῆς σου.”
Εἶπα, κι αὐτὸς ἀπάντηση δὲ μοῦ 'δωκε, μόν' πῆγε
Ἔρεβος μὲ τὶς ψυχὲς τῶν ἄλλων πεθαμένων.
Καὶ πάλε ἴσως θὰ μίλειε μου, κι ἂς ἦταν χολωμένος
(λ 548-565)
Στο πλαίσιο της Κάθαρσης, ακόμη κι αν διέκρινε ότι ο Αίαντας ήταν χολωμένος με τον Οδυσσέα, ο τελευταίος τόλμησε να ζητήσει συγγνώμη με τον τρόπο του και να ενδιαφερθεί για τον παλιό συμμαχητή και σύντροφο. Ακόμη κι όταν είδε τον Αίαντα ν'απομακρύνεται αμίλητος δεν έδειχνε να μετανοιώνει για την κίνηση μεταμέλειάς του, τουναντίον άφησε λίγη ελπίδα ότι θα μπορούσε μελλοντικά να είναι διαφορετικά.
Στην συνέχεια, μετά την αναγνώριση του σφάλματος, διακρίνει κι άλλους νεκρούς, μεταξύ άλλων τον Μίνωα που ήταν ένας από τους Κριτές του Κάτω Κόσμου, εδώ λοιπόν υπεισέρχεται ο παράγοντας της Κρίσης και η Δικαιοσύνη. Παραδίπλα, αυτοί που είχαν υποστεί την δυσμενή κρίση για τα σφάλματα που διέπραξαν και ουδέποτε μετάνοιωσαν, και που ήταν καταδικασμένοι να υπομένουν την τιμωρία τους. Και φυσικά διόλου τυχαίο ή συμπτωματικό το γεγονός ότι ο τελευταίος που αντίκρυσε ο Οδυσσέας και ο οποίος του μίλησε από μόνος του ήταν ο Ηρακλής, ο οποίος "καὶ μόνο φάντασμα ἦταν" (λ 601) που εξιστορεί στην συνέχεια ότι όλα όσα έκανε (του άθλους) κατά την ζωή του ήταν ανούσια, μιας και "ἤμουν δοῦλος σὲ ἄνθρωπο πολὺ κατώτερό μου" (λ 621).

Το εντυπωσιακό στην αντάμωση με τον Ηρακλή είναι ότι ο Οδυσσέας περιέργως απλώς ακούει. Δεν ανταποκρίνεται. Και παρόλο που δείχνει τη θέληση να κάτσει να δει κι άλλους ήρωες, τελικώς επικρατεί ο φόβος, κι επιστρέφει στα εγκόσμια.

Όπως έγραψα και στην αρχή, η Οδύσσεια είναι μακράν το πλέον συγκλονιστικό και ουσιαστικό κείμενο που έχει γραφτεί ποτέ. Γεμάτο συμβολισμούς και διδάγματα, πολύ πιο καθαρό από την παρόρμηση της Ιλιάδος, διαπνέεται πολύ περισσότερο από κανόνες ηθικής και μεταμέλειας. Στην Οδύσσεια ο ήρωας διαπράττει το ένα λάθος μετά το άλλο. Αργά ή γρήγορα όμως το συνειδητοποιεί και λαμβάνει τις σωστές αποφάσεις. Μέχρι που έρχεται η στιγμή που με εντολή θεού πρέπει επιτέλους να ξεκινήσει η Κάθαρση. Και πλέον, δεν μιλάμε για απλή αναγνώριση σφάλματος και διόρθωσή του με το σωστό. Πλέον μιλάμε για συνολικό στοχασμό.

Οι νεκροί βοήθησαν τον Οδυσσέα να συνειδητοποιήσει τι πρέπει να κάνει. Η επίγνωση του μέλλοντος ήταν το κερασάκι στην τούρτα, ήταν το αντίστοιχο του δρόμου της Αρετής και του δρόμου της Κακίας. Ο Ηρακλής ήξερε τι περιείχε ο κάθε δρόμος και επέλεξε τον δύσκολο. Ο Οδυσσέας που θα μπορούσε κάλλιστα να είχε επιστρέψει στο ζεστό κρεβάτι της Κίρκης, επέλεξε να συνεχίσει το ταξίδι του προς την Ιθάκη, να ξαναδεί τον γιό του και τη γυναίκα του, τον πατέρα του και το παλάτι του, τον τόπο του.

Η Ιθάκη δεν είναι μέρος επί της ουσίας. Είναι κάτι τελείως υπερβατικό. Είναι πολλά περισσότερα από ένα απλό μέρος. Στην Ιθάκη βρίσκεται ο τελικός σκοπός κι ο δρόμος είναι δύσκολος. Η επιλογή όμως πρέπει να είναι ενσυνείδητη, διότι η Κάθαρση δεν μπορεί να έρθει ούτε με ημίμετρα, ούτε με υπεκφυγές. Και κυρίως, ούτε με προσπάθειες άλλων.

Στην Νέκυια οι νεκροί λαμβάνουν ό,τι έπραξαν.

Στην Οδύσσεια η κάθοδος στον Άδη γίνεται εκτός από πνευματικά και σωματικά.

Η κάθαρση είναι αυστηρά προσωπική, το ίδιο και η ανάσταση του πνεύματος.

Ο Οδυσσέας κατέβηκε στον Άδη ψυχή τε και σώματι και κυρίως πνεύματι. Ο Οδυσσέας δεν κουβέντιασε απλώς με τους νεκρούς. Δεν έμαθε απλώς το μέλλον. Στην πραγματικότητα έμαθε τι ακριβώς έπρεπε να κάνει. Συνειδητοποίησε ότι σημασία έχει το τώρα, η ζωή που έχεις και όχι το μετά, το οποίο μόνο με υπέρβαση (και πιθανώς κατόπιν θεϊκής εντολής) μπορείς να μάθεις αλλά ακόμη κι αυτό κατ' εξαίρεσιν. Κατανόησε ότι μετά δεν μπορεί ν'αλλάξει κάτι, πολλά όμως μπορούν ν'αλλάξουν τώρα. Κατάλαβε ότι στο κρεβάτι της Κίρκης θα απολάμβανε εσαεί την ηδονή, δεν θα ξανάβλεπε ποτέ όμως τον τόπο του και τους δικούς του ανθρώπους. Εν ολίγοις το ταξίδι που είχε ξεκινήσει δεν θα είχε απλώς άδοξο τέλος αλλά στην πραγματικότητα δεν θα τελείωνε καν. Και παρόλο που ήξερε ότι το ταξίδι αυτό μόνο για τον ίδιον θα είχε αίσιο τέλος -έστω και μετά κόπων και βασάνων- επέλεξε να "πιει το ποτήριο τούτο" γνωρίζωντας ότι θ'αφήσει πίσω τους συντρόφους του, οι οποίοι δεν τόλμησαν να τον ακολουθήσουν στην δική του Κάθοδο προκειμένου να καθαρθούν και τελικώς να επιστρέψουν κι αυτοί.

Η τελευταία φράση του Σωκράτους στην συγκλονιστική του
απολογία ήταν "και τώρα ώρα να πηγαίνουμε, εσείς για να ζήσετε, εγώ για να πεθάνω. Όμως ποιος πάει στο καλύτερο, ο θεός μόνο το ξέρει" (ἀλλὰ γὰρ ἤδη ὥρα ἀπιέναι, ἐμοὶ μὲν ἀποθανουμένῳ, ὑμῖν δὲ βιωσομένοις· ὁπότεροι δὲ ἡμῶν ἔρχονται ἐπὶ ἄμεινον πρᾶγμα, ἄδηλον παντὶ πλὴν ἢ τῷ θεῷ). Ο Σωκράτης είχε πράξει τα δέοντα προκειμένου να καθαρθεί. Για την ακρίβεια, όλη του τη ζωή τα έπραττε, γι'αυτό και είχε τη δυνατότητα ν'ακούει το δαιμόνιο μέσα του. Ο Οδυσσέας συνειδητοποίησε μόλις άκουσε τον Αχιλλέα τι ακριβώς συνέβαινε στον Άδη, προχωρόντας ίσως ένα βήμα παραπέρα από τον Σωκράτη.
Το ερώτημα λοιπόν είναι ένα: γιατί ο Οδυσσέας απλώς άκουσε τον Ηρακλή; Η απάντηση τελικώς είναι εύκολη: διότι δεν ήξερε τι να του απαντήσει. Ο σύντομος μονόλογος του Ηρακλή είναι συγκλονιστικός. Ενώ βρισκόταν με τους θεούς, ήξερε κι ο ίδιος ότι δεν είναι τίποτε άλλο από ένα φάντασμα. Ενώ ήξερε ότι έκανε την σωστή επιλογή με τον δρόμο της Αρετής, κατάλαβε πολύ αργά ότι σκλαβώθηκε από μόνος του σε έναν κατώτερο άνθρωπο. Έπρεπε να πεθάνει για συνειδητοποιήσει τα λάθη του. Ο λόγος του Ηρακλή προς τον Οδυσσέα δρα σχεδόν αποκαλυπτικά. Όλα αυτά που ο Οδυσσέας είχε μπροστά στα μάτια του, ήταν κυριολεκτικά αόρατα, κι αυτό από εσφαλμένες επιλογές και λάθος κρίσεις. Για να επανέλθουν λοιπόν στον σωστό δρόμο χρειάζονταν δραστικά μέτρα, τα οποία έπρεπε πρώτα να σκεφτεί. Γι'αυτό και δεν είχε κάτι να πει στον Ηρακλή.

Διότι ως είπαμε, η Κάθαρση και η Ολοκλήρωση είναι αυτηρά προσωπικές υποθέσεις
Ο Ησίοδος γράφει ότι η Κίρκη γέννησε τρία παιδιά από τον Οδυσσέα: τον Άγριο, τον Λατίνο και τον Τηλέγονο. Τα δύο τελευταία, όταν μεγάλωσαν, βασίλευσαν επί των Τυρρηνών ή των Ετρούσκων. Μεταγενέστεροι ποιητές όμως κάνουν λόγο μόνο για τον Τηλέγονο. Μόλις ο Τηλέγονος μεγάλωσε, η μητέρα του τον απέστειλε να βρει τον Οδυσσέα, που στο μεταξύ είχε επιστρέψει από καιρό στην Ιθάκη, αλλά όταν έφθασε εκεί, σκότωσε κατά λάθος τον πατέρα του. Επέστρεψε με το σώμα του Οδυσσέα στην Αιαία, φέρνοντας μαζί του τη χήρα του Πηνελόπη και τον Τηλέμαχο. Εκεί, η Κίρκη τους έκανε αθάνατους και παντρεύτηκε τον Τηλέμαχο, ενώ ο Τηλέγονος νυμφεύθηκε την Πηνελόπη.
Η Κίρκη αναφέρεται σε αρχαία παράδοση ότι εξάγνισε τους Αργοναύτες για τον θάνατο του Αψύρτου.
Σύγχρονες ερμηνείες
Οι ιστορικοί της Ιατρικής έχουν υποθέσει ότι η μεταμόρφωση των συντρόφων του Οδυσσέα σε χοίρους είναι μία μεταφορά για την επίδραση αντιχολινεργικών αλκαλοειδών, όπως η σκοπολαμίνη και η ατροπίνη, που δρουν ως αναστολείς της ακετυλχολίνης στο νευρικό σύστημα. Τα συμπτώματα από τη λήψη τέτοιων ουσιών περιλαμβάνουν την αμνησία και τις παραισθήσεις. Η περιγραφή για το μώλυ ταιριάζει στο φυτό γάλανθος, που παράγει δευτερογενείς μεταβολίτες οι οποίοι μπορούν να δράσουν ως αντίδοτο στα αντιχολινεργικά φάρμακα.



«Ἠλύσιον Πεδίον» Ονομάζονταν φανταστικός τόπος στην δυτική εσχατιά της γης (Σείριος), όπου ζούσαν ζωή τερπνή και ευδαίμονη οι ήρωες, Τόπος άβατος λόγω της ιερότητάς του.
Μυθ: Η ονομασία Ηλύσια συναντάται για πρώτη φορά στην Οδύσσεια. Στην Δ’ ραψωδία ο Πρωτεύς προλέγει τον Μενέλαο, ότι δεν πρόκειται να πεθάνει στο Άργος, αλλά ότι οι αθάνατοι θεοί θα τον στείλουν στο Ηλύσιο πεδίο και στα πέρατα της γης, όπου βρίσκεται ο ξανθός Ραδάμανθυς, όπου οι άνθρωποι ζουν χωρίς πόνο σε διαρκή ευτυχία. Εκεί δεν υπάρχει χιόνι, ούτε θύελλα, ούτε βροχή, αλλά ο Ζέφυρος πάντα στέλνει την δροσερή πνοή του για να δροσίζει τους ανθρώπους. Το Ηλύσιο κατά τον Όμηρο δεν είναι μέρος του Άδη, αλλά χώρα στην επιφάνεια της Γης και μάλιστα στο έσχατο μέρος του κόσμου, καθορισμένο, για την διαμονή, όχι ψυχών χωρισμένων από τα σώματα, αλλά ανθρώπων.
Κατά τους επικούς ποιητές, τους μεταγενέστερους του Ομήρου και μάλιστα στον Πίνδαρο, τα «Ἠλύσια ἣ αἱ νήσοι τῶν Μακάρων» είναι προνομιούχος διαμονή που επιφυλάσσεται για τα τέκνα των θεών και τους ένδοξους ήρωες, στους οποίους τρεις φορές κάθε έτος η γη προσφέρει γλυκούς καρπούς. Η Θέτις αρπάζει από την πυρά τον υιό της Αχιλλέα, που φονεύθηκε από τον Πάρη και τον Απόλλωνα, για να τον πάει στον νησί Λευκή, δηλαδή στην φωτεινή χώρα, η οποία αποτελεί αντίθεση προς τον σκοτεινό Άδη και πετύχαινε περί αυτού την Αθανασία. Το βασίλειο αυτό του Κρόνου και του Ραδάμανθυ ήταν επίσης ανοικτό στον Πηλέα, τον Διομήδη, τον Κάδμο, και στους ήρωες του Τρωικού και του Θηβαϊκού πολέμου. Αλλά μόνο η εύνοια των θεών παρείχε την ευδαιμονία αυτή στους εκλεκτούς αυτούς ευγενής γενεάς. Το στενό και αριστοκρατικό αυτό δόγμα άρχισε να ευρύνεται με την επιρροή των Μυστηρίων. Όταν το ιερό της Ελευσίνας έγινε προσιτό σε όλους, η ευτυχία των Ηλυσίων δεν ανήκε πλέον αποκλειστικά σε μια επίλεκτη τάξη της ανθρωπότητας αλλά μεταδόθηκε σε όλους εκείνους τους οποίους είχαν λάβει μέρος στις ιερές τελετές. Μετά από λίγο την υποσχέθηκαν και οι ποιητές, όχι μόνο σε μυημένους αλλά σε όλους εκείνους, οι οποίοι έζησαν επί της γης και έπραξαν το αγαθό και το δίκαιο. Ενώ οι ασεβείς μεταβαίνουν στο Τάρταρο, τον τόπο της Τιμωρίας.


Νέκυια —λέξη μεταγενέστερη, παράγωγη από την ομηρική λέξη νέκυς, που σημαίνει νεκρός.  Γιατί, όπως σωστά σημειώνει ο Φάνης Κακριδής, «Νέκυια είναι το ανακάλημα, μια τελετή, που μ’ αυτήν οι ζωντανοί προσκαλούν τους νεκρούς να βγουν από τα βάθη του ΄Αδη, για να τους συμβουλεύσουν το μέλλον».
Οι νεκροί, οι ψυχές και οι σκιές τους, ονομάζονται στην εικοστή τέταρτη ραψωδία είδωλα καμόντων. Είδωλον είναι γενικότερα το ομοίωμα· εδώ η εικόνα ενός σώματος που απόκαμε και εξαντλήθηκε. Αφού κάμνω σημαίνει: "κουράζομαι", "καταπονούμαι, φτιάχνοντας κάτι δύσκολο". Κι αυτός ο εξαντλητικός μόχθος μπορεί να είναι κάποτε η συντελεσμένη ζωή, που δοκιμάζοντας την αντοχή του σώματός το καταλύει. -Αποκάμνει-
Απομένει εφεξής η σκιά του, το ομοίωμά του, ως νοσταλγία του ζωντανού κάποτε σώματος.
Υπάρχουν, όπως φαίνεται από τα διάσημα αρχαία παραδείγματα, δύο τουλάχιστον τρόποι καθόδου ζωντανού ήρωα στον ΄Αδη: ο ένας είναι μάλλον κατακτητικός· ό άλλος παρακλητικός. Τον κατακτητικό τρόπο εφαρμόζουν λόγου χάριν: ο Ορφέας, που φλέγεται από την επιθυμία να επαναφέρει στον πάνω κόσμο την αγαπημένη του Ευριδίκη·  ή ο Θησέας και ο Πειρίθοος, που πήγαν να αρπάξουν από τα χέρια του Πλούτωνα την Περσεφόνη. Και βέβαια ο Ηρακλής, που κατεβαίνοντας στον ΄Αδη: τη μια φορά απελευθερώνει τον Θησέα και τον Πειρίθοο, τους ανεβάζει πάλι στη γη· την άλλη δαμάζει και μεταφέρει στον Ευρυσθέα τον άγρυπνο φύλακα του κάτω κόσμου, τον Κέρβερο· την τρίτη νεκρανασταίνει την ΄Αλκηστη.
Αντίθετα, η κάθοδος του Οδυσσέα στον Άδη έχει το νόημα εντεταλμένης οφειλής· ο ήρωας, με σύσταση της Κίρκης, πρέπει να συνομιλήσει με τη μόνη έμφρονη σκιά του κάτω κόσμου, τον Τειρεσία, τον διάσημο μάντη που θα μπορέσει να εξηγήσει τη συνέχεια και το τέλος του πολυπλάνητου νόστου του. Με άλλα λόγια: σε μια δύσκολη καμπή της μετατρωικής του περιπέτειας, που τον κρατά μακριά από την Ιθάκη, ο Οδυσσέας καλείται να μιλήσει με τους νεκρούς, γιατί οι ζωντανοί δεν του φτάνουν. Καταπώς δηλαδή το φαντάστηκε ο Σεφέρης, στα δίσεχτα χρόνια του τελευταίου πολέμου, εκεί κάτω στην αυτοεξορία της Αφρικής, ομολογώντας στον «Στράτη θαλασσινό ανάμεσα στους αγάπανθους» (Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄ ):
Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί·
πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστερα
γιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς
για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.
Στην οδυσσειακή Νέκυια τα είδωλα καμόντων, πίνοντας αίμα, συνομιλούν με τον Οδυσσέα, αν εξαιρέσουμε τον αμίλητο, οργισμένο ακόμη μαζί του, Αίαντα -μετά επιστρέφουν πάλι στην άφεγγη σιωπή τους.
Στη μικρή Νέκυια της εικοστής τέταρτης ραψωδίας (την αφηγείται ο ίδιος ο ποιητής) ο ψυχοπομπός Ερμής οδηγεί τις ψυχές των σκοτωμένων μνηστήρων στον κάτω κόσμο κι αυτές τσιρίζουν σαν τις νυχτερίδες. Εδώ δεν μιλά πια κάποιος ζωντανός με τις σκιές του ΄Αδη, όπως συμβαίνει στη μεγάλη Νέκυια. Μιλούν μεταξύ τους οι ψυχές των νεκρών: ο Αχιλλέας με τον Αγαμέμνονα, ο Αγαμέμνονας με τους μνηστήρες, και ο διάλογός τους έχει να κάνει με το ένδοξο ή το άδοξο πέρασμά τους από τη ζωή στον θάνατο.
Στη μεγάλη Νέκυια τα είδωλα καμόντων είναι μυθολογικά, επώνυμα πρόσωπα, ήρωες και ηρωίδες, δεν λείπει όμως και ο θίασος των προσηγορικά δηλωμένων, ο οποίος μάλιστα προτάσσεται στους επόμενους σπαρακτικούς στίχους:
Κι ευθύς μαζεύτηκαν
από το έρεβος του κάτω κόσμου ψυχές νεκρών που ο θάνατος
τους βρήκε: νύφες, παλικαράκια ,συφοριασμένοι γέροντες,
κορίτσια τόσο τρυφερά, με λαβωμένη την καρδιά από το πρόωρο πένθος·
πολλοί κι οι χτυπημένοι από κοντάρια χάλκινα,
άντρες που πολεμώντας έπεσαν, στο χέρι τους κρατώντας
ματοβαμμένα τα όπλα τους. 
Δεν είναι ωστόσο αχάριστα· ανταποδίδουν το οφειλόμενο χρέος, δανείζοντας τώρα στα μυθολογικά πρόσωπα της οδυσσειακής Νέκυιας ένα μερίδιο της δικής τους πραγματικότητας. Με αποτέλεσμα να γίνονται κι αυτά διπλά, καθώς εξ υστέρου αντικατοπτρίζουν την εικόνα πραγματικού προσώπου. ΄Ετσι μύθος και πραγματικότητα συμβάλλονται.
Ανάλογως συμπεριφέρεται και ο Οδυσσέας στην οδυσσειακή Νέκυια. Ξεχνούμε συνήθως ότι η κάθοδος του ήρωα στον ΄Αδη, όπως και οι άλλες ριψοκίνδυνες περιπέτειές του, έχουν συμβεί πριν από κάμποσα χρόνια, για την ακρίβεια: εννέα. Τώρα, στον δέκατο χρόνο του νόστου, ο Αλκίνοος επιμένει να ακούσει, μαζί με την ταυτότητα του ξένου που φιλοξενεί στο παλάτι του, τα όποια κατορθώματά του· κυρίως τα πάθη του, αυτά που τον κάνουν να θρηνεί σπαραχτικά, ακούγοντας το τελευταίο τραγούδι του αοιδού Δημόδοκου για τον δούρειο ίππο. ΄Ετσι ο Οδυσσέας ξεκινά τους Απολόγους του, αφήνοντας προτελευταία τη συνταρακτική Νέκυια. Στην εισαγωγή ωστόσο των Απολόγων ο Οδυσσέας προειδοποιεί τον Αλκίνοο ότι η αναμνηστική διήγηση που του ζητά, θα φέρει στον ίδιο οδυρμό και στεναγμό.
Η Νέκυια της Οδύσσειας συντελείται σέ ένα τόπο, όπου συμβάλλονται: ο κυκλικός Ωκεανός·  η υπερβόρεια χώρα και πόλη των Κιμμερίων, ανήλια δια παντός και παγερή·  ο Πυριφλεγέθων και ο Κωκυτός, δύο ποτάμια σύνορο του κάτω κόσμου. Κι εκεί, ενώ κρατούν γερά τα σφάγια ο Περιμήδης και ο Ευρύλοχος, ο Οδυσσέας με το μυτερό σπαθί του ανοίγει λάκκο –ένα πήχυ, φάρδος πλάτος– και χύνει τις σπονδές για τους νεκρούς : πρώτα μέλι με γάλα, κρασί μετά γλυκό, τρίτο νεράκι.
Η Νέκυια της Οδύσσειας είναι συμμετρική, ακολουθώντας τους κανόνες της ώριμης γεωμετρικής τέχνης·  μοιρασμένη στα δύο, κάθε φορά με τρεις σκιές να προσέρχονται και να συνομιλούν με τον Οδυσσέα, πρώτα οι δικοί, μετά οι εταίροι. Προηγούνται: ο Ελπήνωρ, ο Τειρεσίας, η Αντίκλεια· έπονται ο Αγαμέμνων, ο Αχιλλέας και ο Αίας· μεσολαβεί ο συναρπαστικός κατάλογος των ηρωίδων και ο νεκρώσιμος κύκλος κλείνει με τον κατάλογο καταραμένων ηρώων και του δυσυπόστατου Ηρακλή.
Κάθε Νέκυια έχει το τέλος της, το ανθεκτικό της όριο. για τους ζωντανούς που την ακούν, τη διαβάζουν, τη βλέπουν. Γιατί, όπως λέει και η μάνα Αντίκλεια στον γιο της: δεν πρέπει να μείνει κι άλλο στο έρεβος του ΄Αδη. Οι πιο παρήγοροι στίχοι της οδυσσειακής Νέκυιας δείχνουν να ανεβαίνει ο Οδυσσέας πάλι στο φως του πάνω κόσμου, αναπλέοντας τον Ωκεανό:
΄Ετσι ομαλά ταξίδευαν του Ωκεανού οι ροές το πλοίο,
πρώτα με τα κουπιά, ύστερα μόνο με το πρίμο αγέρι.
Δημοσίευση σχολίου